Ἐθνικὸ νόμισμα

Δειλά -δειλά τον τελευταίο καιρό άρχισαν να εμφανίζονται στον Τύπο άρθρα υποστηρικτών της επιστροφής στη δραχμή ή έστω σε ένα κάποιο εθνικό νόμισμα. Να ανακτήσει δηλαδή η πατρίδα μας τη δυνατότητα να τυπώνει δικό της νόμισμα και να πάψει να είναι όμηρος της εξάρτησής της από το ευρώ.
Μέχρι πρόσφατα, ο οποιοσδήποτε τολμούσε να κάνει κάποια τέτοια σχετική αναφορά, αντιμετώπιζε την απαξίωση των “ειδημόνων” οικονομολόγων του καθεστώτος. Οι χαρακτηρισμοί ήταν εύκολοι: “ανεύθυνοι”, “παπαγαλάκια των κερδοσκόπων”, “καταστροφολόγοι” κ.λπ. Αντιπαράθεση επιχειρημάτων δεν υπήρχε. Όλοι οι “ειδήμονες” (στο έπακρον φιλομνημονιακοί, φυσικά) αρκούνταν σε αυτού του είδους την πρακτική. Η αρθρογραφία του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, κ. Γ. Κασιμάτη, για το θέμα αυτό, ανάγκασε επιτέλους κάποιους “ειδήμονες” να αντιμετωπίσουν με τα δικά τους επιχειρήματα τις θέσεις του. Δόθηκε έτσι η ευκαιρία στους πολίτες (σε όσους τουλάχιστον δεν αρκούνται στην έτοιμη μασημένη τροφή των οικείων τους πληροφοριοδοτών) να αξιολογήσουν τις απόψεις της κάθε πλευράς.
Η μετέπειτα στάση των ευρωπαίων “εταίρων μας” (και ειδικότερα η κοινή ανακοίνωση Μέρκελ – Σαρκοζί και η συμπεριφορά της Φινλανδίας) κατέδειξε ότι η περαιτέρω παραμονή μας στο ευρωπαϊκό νόμισμα υπό τις παρούσες συνθήκες μόνο βλαπτική αποβαίνει για τα εθνικά μας συμφέροντα.
Τί κάνουμε λοιπόν; Φεύγουμε από ευρώ; Αν πριν την υπογραφή του “μνημονίου” αυτή η προοπτική φάνταζε επώδυνη και αυτοκτονική, σήμερα δείχνει πολύ περισσότερο καταστροφική, κυρίως λόγω των δεσμεύσεων που ανέλαβε η χώρα μας από τους όρους του τοκογλυφικού δανεισμού στον οποίο κατέφυγε η δωσιλογική κυβέρνηση Παπανδρέου. Κι αυτό, διότι χάθηκε επίσης πολυτιμότατος χρόνος για την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας τέτοιας κίνησης. Η φυσιολογική υποτίμηση του εθνικού μας νομίσματος έναντι του ευρώ, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, ακόμη και τώρα, αν το κρίσμιο διάστημα που μεσολάβησε από το 2009 αναπτυσσόταν μία ουσιαστική προσπάθεια για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας στην Ελλάδα, με γενναία κίνητρα σε υποψήφιους εγχώριους επενδυτές. Τα ελληνικά προϊόντα θα γίνονταν αμέσως ανταγωνιστικά με την υιοθέτηση του υποτιμημένου πλέον εθνικού νομίσματος και η παραγωγή θα διετίθετο τάχιστα στη διεθνή αγορά. Η κυβέρνηση του ΓΑΠ, όμως, έπραξε ακριβώς το αντίθετο. Υπακούοντας στις βουλήσεις των εντολοδοτών της, υιοθέτησε ένα ανάλγητο πρόγραμμα λιτότητας και ξεζουμίσματος του λαού, που οδήγησε την οικονομία της χώρας σε βαθύτατη ύφεση. Και συνεχίζει καταστρέφοντας μία από τις ελάχιστες πλέον πηγές εσόδων της ελληνικής οικονομίας, τον τουρισμό, με την αύξηση του ΦΠΑ στην εστίαση!
Ακόμη κι αυτό το σαθρό επιχείρημα των φιλομνημονιακών, ότι με την υποτίμηση του εθνικού νομίσματός μας δεν θα είχαμε χρήματα να προμηθευτούμε καύσιμα για τον στρατό μας, παραβλέπει μία πραγματικότητα, που έχει να κάνει με το ότι η χώρα μας στηρίζει κατά κύριο λόγο τις εξαγωγές της (περίπου 21%) στις εξαγωγές πετρελαίου (ως διαμετακομιστής μέσω των διυλιστηρίων που λειτουργούν στο έδαφός της) και στρατηγικών ορυκτών (ως παραγωγός λόγω του πλουσίου και δυστυχώς ελάχιστα εκμεταλλεύσιμου υπεδάφους της). Τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με την “άπαιχτη” ανταγωνιστικότητα των υπηρεσιών τουρισμού, λόγω της χρήσης του εθνικού μας νομίσματος, δημιουργούν ακόμη και σήμερα προοπτικές που σε βάθος ενός έως δύο ετών είναι εφικτό να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις όποιες δυσάρεστες συνέπειες επιφέρει η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα.
Δυστυχώς, η δωσιλογική κυβέρνηση Παπανδρέου δεν έχει ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα να επεξεργαστεί έστω μία τέτοια εναλλακτική προοπτική και σύρεται άβουλα πίσω από τις οδηγίες της τρόικας, στην οποία αψήφιστα, και με ανακούφιση μάλλον, παρέδωσε τα ηνία της εξουσίας και της κυριαρχίας μας. Το ίδιο, όμως (ίσως και πιο προκλητικά μάλιστα), οδυνηρή για την πατρίδα είναι και η αδράνεια και ανικανότητα των υποτιθέμενων εκφραστών του πατριωτικού χώρου στην Ελλάδα, που επιμένουν να παρακολουθούν απαθείς και μοιρολατρικά τις εξελίξεις, προσπαθώντας να αποκομίσουν απλά δημοσκοπικά οφέλη και, όταν αυτά έρχονται, τότε να προσπαθούν να εντοπίσουν πού πέφτουν οι νέες (δημοσκοπικού τύπου) βουλευτικές έδρες τους...

Δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Στόχος», στὴ στήλη μου «Λόγια σταράτα», τὴν Πέμπτη 25 Αὐγ. 2011